
Ταξίδια Πολιτισμού Νοε ’26: ΝΙΓΔΗ – ΑΡΑΒΑΝΙ – ΟΥΛΑΓΑΤΣ

Η Νίγδη ήταν η δεύτερη μεγάλη πόλη της Καππαδοκίας. Ανήκε στη Μητρόπολη του Ικονίου. Ο Μητροπολίτης Ικονίου είχε εδώ την έδρα του, καθώς στην περιοχή της Νίγδης κατοικούσαν οι περισσότεροι χριστιανοί. Όπως αναφέρεται στη Γεωγραφία της Μικράς Ασίας του Π. Κοντογιάννη, το 1920 στο σαντζάκι της Νίγδης από τους 184.000 κατοίκους οι 40.000 ήταν Έλληνες. Οι Αρμένιοι δεν ξεπερνούσαν τις 5.000. Στην πόλη της Νίγδης από τους 17.000 κατοίκους οι 5.000 ήταν Έλληνες.
Η πόλη κτισμένη αμφιθεατρικά στους πρόποδες των βουνών Μελεντίζ και Ουτς-Καπουλάρ, παλιά ονομαζόταν και Κάστρο, από το κάστρο που την περιτριγύριζε.
Στην ύπαιθρο καλλιεργούσαν, κυρίως, σιτηρά και όσπρια, ενώ σε ορισμένες περιοχές ανθούσε η αμπελουργία. Φημισμένα ήταν τα στρογγυλά και μεγάλα βερίκοκα τύπου Τοκάλογλου. Η ωραία και μεγάλη αγορά της Νίγδης, ιδιαίτερα η λαϊκή κάθε Παρασκευή και Σάββατο, συγκέντρωνε κατοίκους από τα γύρω χωριά και τις κωμοπόλεις του Καγιάμπασι, του Τσαρικλί, από το Φερτέκι, το Τένεϊ, το Αραβάνι, το Γούρδονος, το Μιστί, τη Σεμέντρα, το Ουλούαγατς, τα Σύλατα κ.α.

Βουλευτική ταυτότητα του Ανανία Καλλίνογλου, βουλευτή Νίγδης 1912.
Γεννήθηκε στη Νίγδη, φοίτηση στην Εισαγγελική Σχολή Σμύρνης και στη Νομική Σχολή Κων/πολης. Το 1909 χρημάτισε πρόεδρος του Εμποροδοικίου Αδάνων και Εισαγγελέας του Πέραν.
Στη Νίγδη το χοντρεμπόριο σιτηρών απασχολούσε Έλληνες, Τούρκους και Αρμένιους. Η πόλη ήταν κέντρο εμπορίου και εξαγωγής του κιτρέ. Φιλοξενούσε, μάλιστα, μόνιμο αντιπρόσωπο γερμανικού εμπορικού οίκου. Τα σημαντικότερα εμπορικά χάνια ήταν: το χάνι του Κλήμεντου, το χάνι του Χατζηευγένη, το χάνι του Μεγκίσογλου, το βαμβακόχανο κ.ά. Τα ξενοδοχεία “Adjenta Hotel” του Κυριακίδη, το εστιατόριο του Σίλβεστρου Γεωργιάδη, τα ζαχαροπλαστεία των Χαράλαμπου Ηλιάδη και Πρόδρομου Κιρίτσογλου αποτελούσαν τμήμα της εμπορικής και κοινωνικής κίνησης του τόπου,
Η Νίγδη στέγαζε έντεκα υδροκίνητους μύλους. Μεταξύ των Ελλήνων, οικονομικός παράγοντας ήταν ο Γιάννης Κυριακίδης, τραπεζίτης, εισαγωγέας γεωργικών μηχανών, εμπορικός αντιπρόσωπος και ιδιοκτήτης ξενοδοχείου. Μεγαλέμποροι σιτηρών ήταν οι Σταύρος Ενεπέκογλου, Αβραάμ Χατζηχαραλάμπους, Ν. Καπλανίδης, Ν. Σαράφογλου, Γ. Στεφανίδης και Θ. Θωμάογλου. Εξαγωγείς κιτρέ, κεχριού και εδωδίμων ήταν οι Ν. Καπλανίδης και Γ. Στεφανίδης.
Η ταπητουργία είχε ιδιαίτερη θέση στη ζωή των κατοίκων του τόπου, όπως και οι φυτικές βαφές, ιδίως η κόκκινη βαφή “κιρμίζι” που βγαίνει από το “ερυθρόδανο”, το τζεχρί όπως το ονόμαζαν. Έστελναν τις βαφές στην Πόλη, τη Μερσίνα, τα Αδάνα και τη Μασσαλία.
Η Νίγδη είναι ένα από τα σημαντικότερα κέντρα εμπορίας χαλιών. Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και Τούρκοι είχαν στα σπίτια τους αργαλειούς και υφαίνουν χαλιά. Επίσης υπήρχε κι ένα εργοστάσιο χαλιών, όπου εργάζονται 80 γυναίκες. Οι εμπορικοί οίκοι της Καισάρειας εξάγουν χαλιά στην Αμερική με σχέδια κατά παραγγελία, τα οποία εκτελούν οικοτεχνίες της Νίγδης.
Πλησιέστερο εξοχικό προάστιο με Έλληνες κατοίκους ήταν το Καγιάμπασι, με ωραία σπίτια μέσα σε κήπους και το ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου. Στα χωριά και τις κωμοπόλεις της Νίγδης κάθε οικογένεια παρήγαγε όσπρια και κηπευτικά για δική της κατανάλωση. Το πλεόνασμα το διοχέτευαν στις λαϊκές αγορές, ανταλλάσσοντάς το με άλλα προϊόντα.
Νοτιοδυτικά ακολουθούσαν τα ελληνικά χωριά Αραβάνη και Γούρδονος, περιτριγυρισμένα από αμπελώνες, οπωροφόρα δένδρα , βερικοκιές και αμυγδαλιές, λαχανόκηπους και χωράφια. Το φθινόπωρο μετά τον τρυγώ ξεκινούσε η Παρασκευή διαφόρων προμηθειών για το χειμώνα: πετιμέζι, ρετσέλια, τουρσές, ρακί, τσίπουρο, κρασί. Τελευταία γινόταν η προετοιμασία του κρέατος για τον παστουρμά, τον σουτζούκι, τον καβουρμά.
Αραβάνι
Οι κάτοικοι του Αραβανίου εκτός από λίγους Έλληνες που ασχολούνταν με την καλλιέργεια των κτημάτων, μετανάστευαν από 15-16 χρονών στην Κωνσταντινούπολη για να εργασθούν σε καταστήματα συγγενών. Κυρίως διέπρεπαν ως έμποροι και μεγαλέμποροι ξηρών καρπών στην πιάτσα του Εμίνονου. Οι μεγαλύτεροι ξηροκαρπήτες από πατέρα σε γιο ήταν οι αδελφοί Γουρβρή, οι αδελφοί Δανιηλίδη, , ο Γεώργιος Ατζέμογλου, ο Περικλής Αντωνιάδης (τον αποκαλούσαν Nohut Kralı-Βασιλιά των ρεβιθιών, εμπορεύονταν σε μεγάλες ποσότητες τα ρεβίθια της Μικράς Ασίας), οι αδελφοί Κωνσταντίνος και Αβραάμ Παναγιωτίδης με υποκατάστημα στις αρχές του 20ου αιώνα στη Σμύρνη, όπου γινόταν και το πακετάρισμα των σύκων για εξαγωγές.
Από τους μεγαλέμπορους σιτηρών, αποικιακών και ξηρών καρπών τέλη του 19ου αιώνα ήταν ο τραπεζίτης Μιχαήλ Χατζηιωάννου, εισαγωγές σίτου και εξαγωγέας αποικιακών στη Ρωσία. Στην Οδησσό το εμπόριο όσπρια και φρούτα το κρατούσαν οι Αραβανιώτες. Ο Μ.Χατζηιωάννου αργότερα στην Πόλη αγόρασε και την κονσερβοποιία Ερμής, η οποία ήταν έως το 1960 από τις σημαντικότερες της Τουρκίας.
Στις μέρες μας το Αραβάνι και το Γούρδουνος εξαφανίστηκαν από τους καινούργιος οδικούς δρόμους.
Ούλαγατς
Νοτιοδυτικά, σε απόσταση 10 χλμ. από τη Νίγδη απλώνεται η κοιλάδα των μοναστηριών του Ούλαγατς, με υπόσκαπτα εκκλησάκια στους τριγύρω βράχους. Στο κέντρο της κοιλάδας βρίσκονται τα χωριά Ούλαγατς και Σεμένδρα. Ο Αν. Λεβίδης γράφει ότι το Ουλούαγατς -προγονική εστία της γράφου σας- ήταν κωμόπολη με πλήθος μοναστήρια: του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Κυριακής, της Αγίας Σοφίας, του Αγίου Γεωργίου.
Στις μέρες μας ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια της Καππαδοκίας, από τα ελάχιστα όπου σώζονται σχεδόν άρτια οι τοιχογραφίες, είναι το μοναστήρι “Εσκγιουμούς”, παραφθορά του “Εσκί-γκιουμούς” (Παλιό Ασήμι), όπως το αποκαλούσαν και οι κάτοικοι πιθανότατα από τα παλιά μεταλλεία ασημιού της περιοχής.
Η περιοχή είχε περιβόλια και αμπέλια όπου καλλιεργούσαν κηπευτικά προϊόντα. Οι άνδρες μετανάστευαν στην Πόλη, όπου γίνονταν μεταπράτες οπωροκηπευτικών και εμπορομανάβηδες στο Γεμίσι του Εμίνονου, στην κεντρική λαχαναγορά της Πόλης. Γνωστότεροι ήταν οι Θανάσογλου και Καραμουράτογλου, που από πατέρα σε γιο, ξαδέλφια και ανίψια κρατούσαν την αγορά στα χέρια τους.
Από το ίδιο χωρίο ήταν και ο Στυλιανός Κιομουρτζόγλου, που είχε στην κεντρική αγορά της Πόλης, “τους μπουζχανέδες” τις αποθήκες-ψυγεία για τυριά, όπου αποθήκευαν το στοκ τους όλοι οι χονδρέμποροι τυράδες της Μεγάλης Αγοράς . Συγγενής των Θανάσογλου, ήταν και ο εργοστασιάρχης Ιάκωβος Κιοσέογλου, πατέρας του Μάρκου Κιοσέογλου ιδιοκτήτης των Τσιμέντων Χαλκίδας.


