ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΆ

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ Ταξίδια Πολιτισμού Αύγουστος 2026 – Καππαδοκία

1 Αυγούστου 2026 · 4 λεπτά ανάγνωση

Αμπελώνες γύρω από το Προκόπι (National Geographics, 1919)

Η Καππαδοκία βρίσκεται στο κέντρο της Μικράς Ασίας. Είναι η πατρίδα του αγίου Βασιλείου, των χριστιανικών μύθων και παραδόσεων, των στρατηλατών δρακοκτόνων αγίων Γεωργίου και Θεοδώρου, του Βυζαντινού θρυλικού ήρωα Διγενή Ακρίτα, του στρατηγού αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά κ.ά.

Η Καππαδοκία, κατοικήθηκε από την 4η χιλιετία π.Χ, πρωτο-αναφέρεται ιστορικά από τον Ηρόδοτο. Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα των ανασκαφών στη Χαττούσα (κοντά στην Άγκυρα), στο Αλισάρ και στο Κάνις (κοντά στην Καισάρεια), στις αρχές της 2ης χιλι-ετίας π.Χ. είχαν τις εμπορικές τους αποικίες οι Ασσύριοι της Μεσοποτα-μίας. Στη διάρκεια της 2ης χιλιετίας οι Χετταίοι δημιούργησαν ισχυρά κρατίδια με πρωτεύουσα την πόλη Κάνις. Την εποχή εκείνη, εδώ τελείωνε ο δρόμος των καραβανιών που ξεκινούσε από την Ασσυρία. Τρεις σημαντικές πόλεις αυτής της περιόδου, γνωστές έως τις μέρες μας, ήταν τα Τύανα (Τένεϊ), τα Κύβιστρα (τα ιερά Κόμανα) και τα Γαρσάουρα-Αρχελαΐς των Ρωμαίων- η οποία μεταγενέστερα είναι το Άκσαραϊ.

 Το 334 π.Χ. η Καππαδοκία κατακτήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, η Καππαδοκία ήταν από τις πιο εύφορες περιοχές της Μικράς Ασίας. Το 17 μ.Χ. κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους και παρέμεινε μία από τις πλούσιες επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτόκρα-τορίας. Η διάδοση της ελληνικής γλώσσας κατά τους πρώτους Βυζαντινούς χρόνους εδραιώθηκε με την εξάπλωση του χριστιανισμού στην περιοχή.

 Επί χιλιετίες έζησε εδώ σημαντικό τμήμα του Ελληνισμού, ανάμεσα σε αλλόθρησκους, διατηρώντας τις θρησκευτικές και πολιτισμικές του παραδόσεις. Τα καραβάν σαράι και οι διακοσμήσεις στα τζαμιά της Σελτζουκικής περιόδου στο Ικόνιο, τη Νίγδη και την Καισάρεια, τα εξαιρετικά δείγματα κεραμικών από το παλάτι Kubadabat στο Μουσείο του Ικονίου, οι τοιχογραφίες στις εκκλησίες και τα ξωκλήσια, στα Göreme, Çavuşin, Ortahisar, Uçhisar, Soğanlı, την εικόνα της Παναγίας με το Χριστό αγκαλιά στην εκκλησία Tokali, ζωγραφισμένη από ζωγράφους της Κωνσταντινούπολης, σε αναγεννησιακό ύφος και ρυθμό, δύο εκατονταετίες νωρίτερα από την ιστορική Αναγέννηση της Δύσης… Το μοναστήρι Esgümüş κοντά στη Νίγδη, το οποίο οικοδομήθηκε μεταξύ 11ου και 13ου αιώνα και σώζεται εξαιρετικά με τους Αγίους, τα άμφιά τους τα οποία φέρουν τα θαυμάσια σχέδια των αντίστοιχων εποχών, τη μοναδική, νεαρή, χαμογελαστή Παναγία, για την οποία πιθανότατα ο ζωγράφος μεταχειρίστηκε ως πρότυπο μια νεαρή Καππαδόκισσα… Επίσης το ξωκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Gülşehir, όλα ζωγραφισμένα με ονειρεμένες νωπογραφίες, από τη γέννηση του Χριστού έως την σταύρωση, την κόλαση και τον παράδεισο.

Έως το 1922 η περιοχή της Καππαδοκίας, διοικητικά, ήταν διαιρεμένη στους νομούς Αγκύρας και Ικονίου, που ήταν οι δύο μεγαλύ-τεροι νομοί της Μικράς Ασίας.

Ο νομός Αγκύρας περιλάμβανε το βόρειο τμήμα της κεντρικής Μικράς Ασίας. Δυτικά, ξεκινούσε από την Άγκυρα, το Κίρσεχιρ και το Άβα-νος και εκτεινόταν ανατολικά μέχρι την Καισάρεια και τα ελληνικά χωριά στους πρόποδες του Αργαίου. Νότια, οι πόλεις Σπάρτη, Βουρδούρι, Ικόνιο, Νίγδη και Αττάλεια αποτελούσαν το νομό Ικονίου.

Ο νομός Ικονίου, με έδρα την ομώνυμη πόλη, ήταν ο μεγαλύτερος νομός και ο σιτοβολώνας της Μικράς Ασίας. Στις αρχές του 20ου αι. η ελληνική κοινότητα Ικονίου αριθμούσε 4.000 τουρκόφωνους και ελληνόφωνους κατοίκους σε σύνολο 60.000 , συντηρούσε εκκλησία, δύο παρθεναγωγεία και δύο αρρεναγωγεία με 320 μαθητές.

Οι διάφορες εθνότητες κατοικούσαν σε χωριστές συνοικίες, δεν πάντρευαν τις κόρες τους με αλλοεθνείς.  Στην αγορά κάθε δρόμος στέγαζε και ένα επάγγελμα. Υπήρχαν ειδικοί δρόμοι με τους χρυσοχόους, ράφτες τους υφασματάδες, τους παραδοσιακούς ζαχαροπλάστες και χαλβατζήδες, τους φούρνους , τα μπακάλικα, τα μανάβικα. Όλα τα επαγγέλματα ασκούνταν από άνδρες. Οι έμποροι περιμένοντας πελάτες κάθονταν σταυροπόδι και έπιναν καφέ ή σαλέπι. Έξω από την πόλη βρίσκονταν τα περιβόλια και οι οπωρώνες.

Βορειοδυτικά του Ικονίου σε απόσταση περίπου 10 χιλιομέτρων ήταν η Σίλλη εύφορη εξοχική κωμόπολη  με ελληνόφωνο πληθυσμό. Η Σίλλη περιβαλλόταν από υψώματα βράχων με υπόσκαπτα σπήλαια και λαξευμένα εκκλησάκια. Στην περιοχή υπήρχαν 60 υπόσκαπτες εκκλησίες. Επιβλητικός ήταν ο Ναός Κωνσταντίου και Ελένης κατασκευασμένος από πέτρα πελεκητή. Τα κορίτσια της Σίλλης από 6-7 χρόνων εργάζονταν στους 60 αργαλειούς,  έκαμναν μικρούς κόμπους με τα λεπτεπίλεπτα δαχτυλάκια τους, ύφαιναν με μάλλινα νήματα υπέροχα χαλιά με τοπικά μοτίβα.

            Τα Πέρματα ήταν ελληνικό χωριό νοτιοανατολικά της πόλης Άκσεχιρ του νομού Ικονίου, γενέτειρα του μεγάλου παραμυθά Ναστρεττίν Χοτζά. Πριν το 1922 είχε 2000 Έλληνες τουρκόφωνος και 800 Τούρκους. Οι πρόγονοι των Ελλήνων κατοίκων είχαν μεταναστεύσει από τη Λαοδικεία. Στο χωριό υπήρχε ο Ναός του Αγίου Κωνσταντίνου της Παναγίας με το παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους που οικοδομήθηκαν το 1754  και ένα αρρεναγωγείο με διευθυντή τον Λ.Λαζαρίδη. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, από τα Πέρματα πέρασαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και άφησαν εκεί την μεγάλη χάρτα του Ρήγα Φεραίου. Ήταν αναρτημένη σε ελληνικό σπίτι, όταν την εξαφάνισαν το 1914 φοβούμενη τις πιέσεις των Νεότουρκων με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταξύ 1907-1914 πολύ κάτοικοι του χωριού μετανάστευσαν στην Αμερική και την Κωνσταντινούπολη.

Συνέχεια

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΆΤαξίδι Πολιτισμού Σεπτέμβριος 2026ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΆΤΑΞΙΔΙ  ΣΤΗΝ ΙΩΝΙΑ – ΙΟΥΛΙΟΣ 2026ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΆΤΑΞΙΔΙ  ΣΤΗΝ ΙΩΝΙΑ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2026