
Ταξίδι Πολιτισμού Σεπτέμβριος 2026

Οικογένεια του Καππαδόκη Χρήστου Δοπτόγλου βουτηρέμπορου στην αγορά της Πόλης Γκέλβερι-Καρβάλη
Το Γκέλβερι- η Καρβάλη- ήταν χριστιανική κωμόπολη της περιφέρειας Ακσαραϊ του νομού Ικονίου. Βρίσκεται στο δρόμο από την Μαλακοπή προς το Περίστρεμμα ( φαράγγι της Ιχλάρας) είναι η πατρίδα του Γρηγορίου του Νανζιανζινού. Το Γκέλβερι – σήμερα Γκιουζέλγιουρτ- το διασχίζουν τρεις χαράδρες, η Κάτω και η Επάνω επικοινωνούν με δρόμους που περνούν μέσα από τις χαράδρες. Στην Κάτω συνοικίας το Μυχό της χαράδρας δεσπόζει- αν και σήμερα είναι τζαμί- ο μητροπολιτικής Ναός του Γρηγορίου του Θεολόγου. Η κίνηση στην κωμόπολη επικεντρώνεται έως σήμερα γύρω από την κεντρική πλατεία Γκιολμπασί της Επάνω συνοικίας. Γύρω από την πλατεία υπήρχαν καφενεία, κεραμοποιία, πανδοχεία, μπακάλικο, κουρείο κ.α. Στο βάθος της πλατείας υπήρχε το αρρεναγωγείο, τέρμα του κεντρικού δρόμου επιβλητικό διώροφο πέτρινο κτίριο το παρθεναγωγείο που σήμερα είναι τουριστικός ξενώνας.
Οι κάτοικοι του Γκέλβερι ήταν γεωργοί και αμπελουργοί, υπήρχε και μεγάλος αριθμός μεταναστών στην Πόλη, οι οποίοι ήταν έμποροι επισιτισμού και παντοπώλεις στην Κεντρική αγορά την πιάτσα του Εμίνονου -Ταχτάκαλε και σε ορισμένες συνοικίες της Πόλης.
Ο Άγιος Τρύφωνας θεωρείτε ο προστάτης των γεωργών. Στην επέτειο της μνήμης του, μέρα αργίας για τους γεωργούς μετά την λειτουργία ράντιζαν με αγιασμό τα χωράφια και τα αμπέλια και έδιναν αγιασμό στα ζώα τους. Ολόκληρο το Γκέλβερι γιόρταζε με ιδιαίτερη συγκίνηση την γιορτή του Αγίου Γιώργη καθώς τον θεωρούσαν προστάτη- φύλακα του χωριού. Στη μνήμη του έσφαζαν κουρμπάνια ταμένα άσπρα αρνιά . Κάθε 23 Απριλίου γιόρταζαν και οι Μουσουλμάνοι τη γιορτή του Χιδιρελέζ ταυτίζοντάς την με τον Άγιο Γεώργιο. Έσφαζαν κουρμπάνια και τσούγκριζαν βαμμένα κόκκινα αυγά.
Πριν το 1922 στο Γκέλβερι υπήρχαν 10 εργαστήρια αγγειοπλα-στικής. Η συντεχνία τους είχε προστάτιδα τη Ζωοδόχο Πηγή, η μνήμη της γιορταζόταν με ολοήμερο πανηγύρι. Ο Άγιος Σπυρίδων ήταν προστάτης της συντεχνίας των σπορολαδάδων, των μπεζιρτζίδων. Στις 12 Δεκεμβρίου στη μνήμη του οι νοικοκυρές έφτιαχναν τηγανίτες και πελτέ με αλεύρι και πετιμέζι.
Το βράδυ των Χριστουγέννων όταν επέστρεφαν από την εκκλησία καθώς νήστευαν όλη την σαρακοστή τα πρώτα φαγητά που γεύονταν ήταν τραχανόσουπα και γιουβαρλάκια . Την μέρα των Χριστουγέννων μαγείρευαν χερσέ . την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές που είχαν παιδιά ετοίμαζαν τον καϊγκανά, με αυγά αλεύρι και μέλι σε ανάμνηση της Παναγίας λεχώνας. Τον έστελναν στην εκκλησία για να τον μοιράσει η νεωκόρος στις άτεκνες γυναίκες που ήθελαν να αποκτήσουν παιδιά. Είναι εμφανείς οι γονιμικές ιδιότητες που απέδιδαν στο αυγό.
Στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι απαραίτητες φαγητό ήταν ξηροί καρποί, πίτες, τυρί το τσομλεκιού, σταφύλια και καρπούζια διατηρημένα από το καλοκαίρι στην υπόσκαπτη αποθήκη. Πορτοκάλια της Μερσίνης, ο παστουρμάς και το σουτζούκι δεν έλειπε από κανένα νοικοκυριό. Στα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα πρόσφεραν από τα σπίτια αυγά, βούτυρο, πλιγούρι και ξηρούς καρπούς. Ξημερώματα πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές αμίλητες, έφερναν με τη στάμνα νερό από τη βρύση, αφού προηγούμενος έβρεχαν εκεί το σακουλάκι με τα νομίσματα ευχόμενες να πολλαπλασιαστούν τα χρήματά τους τη νέα χρονιά.
Τον Αγίων Θεοδώρων έδιναν να φάνε και οι κότες από τα διαβασμένα κόλλυβα για να κλωσήσουν. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας απαραίτητα φαγητά ήταν οι γιαχισμένοι σαλιαγκοί , οι καραβίδες από το ποτάμι και οι τηγανίτες. Των 40 μαρτύρων στις 9 Μαρτίου είχαν έθιμο μετά τη λειτουργία να φυτεύουν 40 κλίματα ή οπωροφόρα δένδρα. Οι γυναίκες περνούσαν 40 βελονιές στο κέντημά τους και 40 σαϊτιές στον αργαλειό . Επίσης μαγείρευαν αλευρόσουπα και τα μέλη του σπιτιού έπαιρναν από 40 κουταλιές. Το Πάσχα ταύτιζαν συμβολικά την Ανάσταση του Χριστού με την αναγέννηση της φύσης που θα φέρει την επιθυμητή αφθονία αγαθών στο σπίτι. Η εβδομάδα μετά το Πάσχα ήταν εβδομάδα χαράς. Από την Ανάσταση άρχιζε ο χορός και οι διασκεδάσεις κρατούσαν μέχρι την Κυριακή του Θωμά. Οι άντρες και οι γυναίκες χόρευαν σε χωριστούς κύκλους.
Στην Καππαδοκία θεωρούσαν τον Προφήτη Ηλία βροχοποιό. Πίστευαν αν έβρεχε την μέρα της γιορτής του θα είχαν καλή σοδιά. Ο Άγιος Παντελεήμονας ήταν ο θεράπων άγιος. Στην μνήμη του η Βυζαντινή ερειπωμένη Κόκκινη εκκλησία, η κιζίλ κιλίσε, στον κάμπο του Σιβρίχισάρ , όπου εκκλησιαζόταν κάποτε ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς, δεχόταν κάθε χρόνο από τα μακρινά και κοντινά χωριά πλήθος προσκυνητές με τάματα για να λειτουργηθούν και να νιφτούν με το θαυματουργό αγίασμα. Την μέρα της Παναγίας, την μεγαλύτερη γιορτή του καλοκαιριού πολλοί πήγαιναν στην Μαμασώ , εκεί στην εκκλησία του Αγίου Μάμα και Αγίου Κωνσταντίνου.
Καρβαλιώτισσες
Στην Καππαδοκία, βασική διατροφή των κατοίκων της ήταν τα σιτηρά, το ψωμί, το πλιγούρι, τα παράγωγα του σιταριού, σπιτικά μακαρόνια και χυλοπίτες, πίτες, μαντί, αλευρόσουπες, φακές, φασόλια, ρεβίθι.
Στα χωριά, οι καλοκαιρινές εργασίες της Μικρασιάτισσας νοικοκυράς ήταν το πλύσιμο του σιταριού, το στέγνωμα και το καθάρισμα του και ακολουθούσε το άλεσμα σε ειδικούς χειρόμυλους. Ετοίμαζαν το λεπτό σιτάλευρο για το χαλβά με το πετιμέζι, το λίγο χονδρότερο σιτάλευρο, το γνωστό μας σιμιγδάλι για τους κεφτέδες και τον χόνδρο για πλιγούρι. Εκτός από το πλιγούρι έκοβαν κορκότι, το «κεσκέκ» για την σούπα και για τον τραχανά που τον έφτιαχναν με γιαούρτη. Κατανάλωναν κρέας από πρόβατο ή αρνί, τα βοοειδή προορίζονταν για τις γεωργικές εργασίες. Από κυνήγι είχαν πέρδικες, λαγούς και πιτσούνια. Έτρωγαν ψάρια ποταμίσια και παστά- σαρδέλες, τσίρους και λικουρίνους- που τους έστελναν οι οικείοι τους από την Πόλη.
Δεν έλλειπαν από κανένα Καππαδοκικό νοικοκυριό τα γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα – βούτυρο, γιαούρτι, τουλουμίσιο τυρί από γάλα κατσίκας, κασέρι, μυζήθρα, καϊμάκι -. Κάθε οικογένεια είχε κοτέτσι στην αυλή, τα αυγά από τις όρνιθες κάλυπταν σε μεγάλο βαθμό τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειας. Από λαχανικά καλλιεργούσαν κρεμμύδια, σκόρδα, κολοκύθια, καρότα, φασόλια, μπιζέλια, πιπεριές, παντζάρια, σέλινα, λάχανα, σπανάκι, μπάμιες. Το πετιμέζι και οι σταφίδες επί αιώνες ήταν οι κύριες γλυκαντικές ουσίες εκτός από το μέλι. Το βερίκοκο ήταν το φημισμένο φρούτο όλης της Καππαδοκίας, με αποξηραμένα βερίκοκα και κρέας το χειμώνα μαγείρευαν και αρκετά φαγητά.
Η ελιά δεν ευδοκιμούσε στην Καππαδοκία. Λάδι έβγαζαν από το λινάρι, το σουσάμι και το όπιο, το οπιέλαιο ονομαζόταν χασχας -γιαγ, το λινέλαιο- μπεζίρ-γιαγ ήταν κατάλληλο προς βρώση και φωτισμό.
Το μεταναστευτικό ρεύμα από την Καππαδοκία προς την Κων-σταντινούπολη άρχισε κατά τον 17ο αι. Οι Καππαδόκες ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι- γνωστοί ως Καραμανλήδες- διακρίθηκαν στην Πόλη για το εμπορικό τους δαιμόνιο και τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Επί αιώνες η Κωνσταντινούπολη, πόλη μαμούθ της τότε Ευρώπης, απορροφούσε όλα τα γεωργικά προϊόντα της Καππαδοκίας καθώς η παραγωγή και εμπορία των σιτηρών της κρατούσε την πρώτη θέση στη οικονομία της χώρας.

Οικογένεια από το Γκέλβερι στη Νέα Καρβάλη

