ΤΑΞΙΔΙ  ΣΤΗΝ ΙΩΝΙΑ – ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΆ

ΤΑΞΙΔΙ  ΣΤΗΝ ΙΩΝΙΑ – ΙΟΥΛΙΟΣ 2026

1 Ιουλίου 2026 · 6 λεπτά ανάγνωση

ΕΡΥΘΡΑΙΑ

Γλέντι στην Κάτω Παναγιά Ερυθραίας

Δυτικά της Σμύρνης συναντάμε τη χερσόνησο της Ερυθραίας. Η πόλη των Ερυθρών, μια από τις δώδεκα αρχαίες ιωνικές πόλεις, στη βυζαντινή εποχή ήταν έδρα επισκοπής. Aπό τα πρωτοχριστιανικά χρόνια έως τις αρχές του 20ού αιώνα ανήκε στη Μητρόπολη Εφέσου. Από το 1903, με την αύξηση των κατοίκων της, χωρίστηκε σε δύο μητροπόλεις: της Εφέσου και της Κρήνης. Δυτικά της Σμύρνης, στο κέντρο του ισθμού, βρίσκονται τα Βρύουλα (Βουρλά). Πριν από το 1922 τα Αλάτσατα, το Λιθρί, το Ρεΐσντερε, η Αγία Παρασκευή και η Κάτω Παναγιά ήταν ελληνικές κωμοπόλεις. Το Πυργί, το Γκιούλμπαξε, τα Καράπουρνα και το Αχιρλί είχαν μεικτό πληθυσμό.

H Κρήνη (Τσεσμές) απλώνεται στο μυχό του ομώνυμου κόλπου, απέναντι από τη Χίο. Πριν από την Καταστροφή αριθμούσε 15.000 Έλληνες, 2.000 Τούρκους και λιγοστούς κατοίκους άλλων εθνοτήτων. Ήταν το εμπορικό κέντρο όλης της Ερυθραίας. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η μικρή αυτή πόλη καθώς και τόσες άλλες στα παράλια της Ιωνίας ανθούσαν οικονομικά, με ονομαστά σχολεία, όπως η Κρηναία Σχολή, και λαμπρές εκκλησίες, όπως ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Χαράλαμπου, ο Άγιος Παντελεήμονας, η Ευαγγελίστρια.

Στην Κρήνη τα καλοκαίρια λειτουργούσαν για τους παραθεριστές τα ξενοδοχεία «Αλεξάνδρεια», «Belle Vue» και «Κωνσταντινούπολις». Οι κάτοικοι της Κρήνης ήταν γεωργοί, κυρίως αμπελουργοί, ναυτικοί με δικά τους εμπορικά και ψαράδικα πλοία, έμποροι και τραπεζίτες που είχαν συναλλαγές με το εξωτερικό. Από το λιμάνι της Κρήνης διεξαγόταν εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο με φορτηγά ολλανδικά, αυστριακά της εταιρείας Lloyd Triestinο και καράβια των εταιρειών Κουρ τζή και Πανταλέοντος. Αμέτρητα πλοία φορτωμένα σταφίδα έφευγαν από τον Τσεσμέ για τα λιμάνια της Οδησσού, της Βάρνας, της Μασσαλίας και της Τεργέστης.

Η σταφίδα ήταν το κυριότερο προϊόν του τόπου. Καθώς η Ερυθραία διατηρούσε το γεωργικό της χαρακτήρα επί αιώνες, το μαύρο κρασί, τα νωπά σταφύλια, το γλυκάνισο, τα όσπρια και τα σιτηρά παράγονταν σε μεγάλες ποσότητες. Προηγμένη ήταν και η αλιεία. Μεταξύ του κόλπου του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Παρασκευής, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η ετήσια αλιεία τόνου ήταν περίπου 500.000 οκάδες, ενώ στον κόλπο των Λίτζιων ψάρευαν άφθονα μπαρμπούνια. Η αγορά της Κρήνης απλωνόταν κατά μήκος της προκυμαίας, στον Ταρσανά. Εκεί ήταν και τα σπίτια των εύπορων σταφιδέμπορων.

Σύμφωνα με το τοπικό έθιμο, την παραμονή του Αγίου Ιωάννη έφτιαχναν στεφάνι με λουλούδια, όπου έβαζαν κι ένα μεγάλο σκόρδο «για να ‘ναι γεροί σαν σκόρδο», ένα στάχυ «για να ‘ναι γεμάτοι σαν το στάχυ», ένα φύλλο συκιάς «για το καλό», κλαδί ελιάς «για μπερεκέτι», φύλλα κληματαριάς με το βλαστάρι «για ευτυχία». Μετά έκαιγαν στο φανό το στεφάνι της περασμένης χρονιάς και με τη στάχτη του ράντιζαν τις συκιές για να μην πέφτουν τα σύκα.

Η οικογένεια Τροβά στην Κρήνη

Τα Λίτζια ήταν διάσημη λουτρόπολη νοτιοανατολικά της Κρήνης.Εδώ παραθέριζαν οι εύποροι Σμυρνιοί, κυρίως Άγγλοι, Γάλλοι, όπως οι πασίγνωστες τότε οικογένειες των La Fontain, Alliotti, Paterson. Ká-θε χρόνο έρχονταν αστοί παραθεριστές από την Κωνσταντινούπολη και την Αίγυπτο που διέμεναν στα ξενοδοχεία των Απ. Τζουβελέκα, Ερρίκου Αντόβικ, Θεοδωρέλου Ναυάρχου και Αλί Καραμπίνα.

Η οικογένεια Τροβά στην Κρήνη

Παραμονή Πρωτοχρονιάς ζύμωναν βασιλόπιτες και μικρές πιτούλες από την ίδια ζύμη, τα «αετούδια», με ανάγλυφο το δικέφαλο αετό στην επιφάνεια. Στην Ερυθραία, όπως και σε άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, οι νοικοκυρές την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τάιζαν τα ζώα του στάβλου από ένα κομμάτι γλυκό. Όταν τα μεσάνυχτα περνούσε ο Αϊ-Βασίλης, όλα τα ζωντανά έπρεπε να είναι ευχαριστημένα.

Την μέρα της Λαμπρής στις Λαμπρόσκαλες έσφαζαν κουρμπάνι, κατσίκι ή αρνί, που το έψηναν στο τσουκάλι ή σε φούρνο, έφτιαχναν μπουμπάρια. Το ρύζι ήταν πολυτέλεια, μίας και δεν ήταν δική τους παραγωγή. Το θεωρούσαν ελαφρά τροφή κατάλληλο για τους αρρώστους. Στην Κρήνη επικρατούσε η άποψη ότι αυτός που αγόραζε ψωμί του φούρνου δεν ήταν καλός γαμπρός. Τα νοικοκυριά ζύμωναν τα ψωμιά που κατανάλωναν.

Αλάτσατα

Νοτιοανατολικά του Τσεσμέ βρίσκεται η μεσόγεια κωμόπολη Αλάτσάτα, με 15.000 Έλληνες πριν από το 1922. Μετά τα Ορλωφικά ο πληθυσμός της αυξήθηκε από Κυκλαδίτες και Δωδεκανήσιους. Από το 1830 καταφθάνουν μετανάστες από την Πελοπόννησο, την Κρήτη και την Ήπειρο, για βιοποριστικούς λόγους.

Το 1806 λειτουργούσε το πρώτο κοινοτικό σχολείο, το Ελληνικόν. Το 1833 ιδρύθηκε ο σύλλογος «Ερυθραί». Είχαν τους ναούς των Εισοδίων της Παναγίας, της Αγίας Τριάδος και του Αγίου Κωνσταντίνου, τη μνήμη των οποίων τιμούσαν πανηγυρικά.

Στα Αλάτσατα, όπως και σε όλη την Ερυθραία, η διατροφή βασιζόταν στα όσπρια, στα λαχανικά και τα παράγωγα του σιταριού – αλεύρι, πλιγούρι και τραχανά. Εκτός από τις ελιές και το σπιτικό τυρί, συμπλήρωμα του γεύματος ήταν τα παστά κολιοί και σαρδέλες και ο ταραμάς.

Βουρλά

Από συνάντηση Μικρασιατισσών στο σπίτι της Βουρλιώτισσας Αγγελικής Πεζά-Οικονομοπούλου. Όρθιες από αριστερά: η κουνιάδα του Μίκη Θοδωράκη, Στάσα Ισηγόνη, Μαρίτσα Φουρκιώτη, Άννα Μαϊλη στο κέντρο η οικοδέσποινα  Αγγελική Πεζά-Οικονομοπούλου. Καθιστή μπροστά της η κόρη της Ευδοκία Οικονομοπούλου, δεξιά η Τασούλα Καμπουρίδου.

Δυτικά της Σμύρνης, σε απόσταση 4 χιλιομέτρων από τη θάλασσα και τη Σκάλα, βρίσκονται τα Βουρλά. Απέναντι από τη Σκάλα των Βουρλών κατά τους αρχαίους χρόνους υπήρχε η πόλη των Κλαζομενών, πατρίδα του φιλόσοφου Αναξαγόρα.

Οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης, πριν από το 1922, ήταν περίπου 30.000. Από αυτούς σημαντικός αριθμός είχε ελληνική υπηκοότητα, καθώς είχαν μεταναστεύσει εδώ το 19ο αιώνα από την Πελοπόννησο, κυρίως τη Μάνη και τη Νάξο.

Η κοινότητα διατηρούσε εκπαιδευτικά ιδρύματα, με πρώτη την Αναξαγόρειο Σχολή που ιδρύθηκε το 1760, voσοκομείο και ταχυδρομείο. Κύριες απασχολήσεις των κατοίκων ήταν η αμπελουργία και η σταφιδοπαραγωγή, η ελαιοπαραγωγή, ο καπνός (τα νεότερα χρόνια) και τα σύκα.

Από τον Evliya Çelebi γνωρίζουμε ότι το 16ο αιώνα στα Βουρλά ιδρύθηκε το χάνι του σαπουνιού σαν βακούφι (κοινωφελές ίδρυμα) με δαπάνη της μητέρας του Σουλεϊμάν του Νομοθέτη. Το χάνι στέγαζε 245 εργαστήρια σαπωνοποιίας. Στα τέλη του ίδιου αιώνα έπεσε αισθητά η ποιότητα, συρρικνώθηκε και η παραγωγή σταμάτησε.

Από τη μονογραφία Τα Βουρλά του Νίκου Μηλιώρη 1965, παραθέτουμε μια σχολική γιορτή του 1908, όταν ήταν μαθητής στην Αναξαγόρειο Σχολή των Βουρλών, και ο δάσκαλος τους ανήγγειλε ότι θα έκοβαν, παραμονή Πρωτοχρονιάς, βασιλόπιτα στην τάξη. «Ξαφνιάστηκαν σαν τ’ άκουσαν οι μανάδες. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο στα Βουρλά. Τ’ άλλο απόγευμα καθένα από τα παιδιά έφερε καλούδια από το σπίτι του. Ο δάσκαλος θα φρόντιζε για τη βασιλόπιτα. Ενώθηκαν και στρώθηκαν τρία-τέσσερα τραπέζια με καθαρά τραπεζομάντηλα. Οι μαθητές ακουμπούσαν τα γλυκά που έφεραν: Φοινίκια, σεκέρ-λουκούμια, μπακλαβάδες, καταΐφια, σαραϊλί, αετουδάκια κ.ά. Και στη μέση του τραπεζιού, μέσα σε μια μεγάλη φαγιάντζα, η βασιλόπιτα. Ο δάσκαλος την είχε παραγγείλει στου Ζαρμπώνη, το καλύτερο ζαχαροπλαστείο… Οι καλλίφωνοι σταθήκανε στην άκρη του τραπεζιού και έψαλαν του “Αϊ-Βασίλη” τα κάλαντα, όπως τα λέγανε στα Βουρλά. Ύστερα κάναμε το σταυρό μας, είπαμε την προσευχή μας και τότε ο δάσκαλος πήρε τη

βασιλόπιτα επάνω στην έδρα, έκανε με το μαχαίρι το σημάδι του σταυρού, ευχήθηκε αγάπη, υγεία, ευτυχία και καλή πρόοδο. Και άρχισε να την κόβει…»

Συνέχεια

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΆΤαξίδι Πολιτισμού Σεπτέμβριος 2026ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΆΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ Ταξίδια Πολιτισμού Αύγουστος 2026 – ΚαππαδοκίαΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΆΤΑΞΙΔΙ  ΣΤΗΝ ΙΩΝΙΑ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2026