Οθωμανική λινή πετσέτα, τέλη 18ου αιώνα (The Metropolitan Museum of Art)
ΓΕΝΙΚΆ

Οι υφαντές πετσέτες (μακραμάδες) της Μικράς Ασίας

1 Νοεμβρίου 2026 · 3 λεπτά ανάγνωση

Οι υφαντές πετσέτες της Μικράς Ασίας, γνωστές και ως «μακραμάδες», είναι δείγματα της οικιακής υφαντικής παράδοσης του αγροτικού και λαϊκού χώρου.

Οθωμανική λινή πετσέτα, τέλη 18ου αιώνα (The Metropolitan Museum of Art)

Οθωμανική λινή πετσέτα, τέλη 18ου αι.
The Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη (Open Access)

Η υφαντή πετσέτα, το φαντό, ο μακραμάς ή μαχραμάς, το μαντήλι, το μεσάλι από το βυζαντινό «μενσάλιον» υφαίνονταν στις παραδοσιακές κοινωνίες, στη Μικρά Ασία, την Ελλάδα, τα Βαλκάνια, την Κύπρο και σε αρκετές αγροτικές περιοχές της Ευρώπης.

Η σημαντικότερη ιδιότητα της υφαντής πετσέτας είναι ότι δεν φθείρεται εύκολα, με το πλύσιμο δεν χύνουν τα χρώματα στα κεφαλάρια, σε αντίθεση με τον τσεβρέ, του οποίου τα κεντήματα δεν αντέχουν το νερό.

Ο μακραμάς υφαίνεται κυρίως από φυτικές ίνες. Το βαμβάκι είναι η συνηθέστερη κλωστή, ακολουθεί το λινάρι και σπάνια το μετάξι, με πλάτος 35 με 45 εκατοστά και μήκος 60 έως 100 εκατοστά. Υπάρχουν και πετσέτες που φθάνουν σε μήκος τα 2 ή τα 4 μέτρα. Αυτές τις χρησιμοποιούσαν όταν κάθονταν για φαγητό, γύρω από την τάβλα, τον σοφρά, και τις άπλωναν ολόγυρα πάνω στα γόνατα.

Ως προς τη χρήση τους, χωρίζονται σε τρείς κατηγορίες:

-Σε καθημερινά και γιορτινά πανικά του λαϊκού νοικοκυριού.

-Σε αντικείμενα διακόσμησης.

-Σε εξαρτήματα της γυναικείας και της ανδρικής φορεσιάς καθώς και σε αντικείμενα περιστασιακής χρήσης.

Ως αντικείμενα οικιακής χρήσης τις μεταχειρίζονταν για προσόψι, κοινώς πεσκίρι, στο λουτρό, για τραπεζομάντηλο στον σοφρά και για πετσέτα γύρω από τα γόνατα, με σκοπό να σκουπίζουν τα χέρια, κατά παραλλαγή του βυζαντινού χειρόμακτρου.

Στα «Ιστορικά και λαογραφικά των Βουρλών» διαβάζουμε ότι «…στη μέση του δωματίου ήταν ο στρογγυλός σοφράς με “φαντά πεσκίρια” (υφαντές πετσέτες) και γύρω του κάθιζαν όλους, μικρούς και μεγάλους, πάνω σε διπλές μαξιλάρες».

Τους μακραμάδες τους χρησιμοποιούσαν επίσης για να σκεπάζουν τα βάζα και τα καλάθια με τρόφιμα, τα πιθάρια με το λάδι, το πόσιμο νερό, τις στάμνες, τους μαστραπάδες και τα ψωμιά στην πινακωτή. Με υφαντή πετσέτα σκέπαζαν τη νυφική κουλούρα, τον άρτο της αρτοκλασίας και τα κόλλυβα που πήγαιναν στην εκκλησία. Επιπλέον το καλοκαίρι οι νοικοκυρές στέγνωναν πάνω σε υφαντές μεσάλες (πετσέτες) τον τραχανά, το κουσκούσι και τα εριστούδια (σπιτικά μακαρόνια).

Τοποθετούσαν τις υφαντές πετσέτες ως αντικείμενα διακόσμησης στους τοίχους, τριγύρω από τους καθρέφτες, πάνω στα καθίσματα και πάνω από το κρεβάτι.

Ως εξάρτημα του γυναικείου φορέματος, τις χρησιμοποιούσαν κυρίως οι παντρεμένες για κεφαλόδεσμο. Από στενότερο υφαντό έφτιαχναν τις βρακοζώνες. Οι άντρες στερέωναν την πετσέτα στο ζωνάρι τους όταν χόρευαν, για να φαίνεται το δώρο της καλής τους. Μ’ αυτήν επίσης, σκούπιζαν τον ιδρώτα τους την ώρα της δουλειάς. Το καλάθι με το προσφάγι που έπαιρναν μαζί τους στον αγρό ήταν σκεπασμένο με υφαντή πετσέτα.

Στο Αϊβαλί και την Πέργαμο συναντάμε πετσέτες υφασμένες από λινάρι, διακοσμημένες στο κεφαλάρι με γεωμετρικά σχέδια κιλιμιών, σταυρούς, πτηνά και άστρα.

Οι πετσέτες στην Μαγνησία είχαν στα κεφαλάρια ανθούς, γαρύφαλλα, τριαντάφυλλα.

Στο νομό Σμύρνης – Αϊδινίου οι πετσέτες υφαίνονταν συνήθως από βαμβάκι. Πολλές φορές είχαν κεφαλάρι μεταξένιο με οριζόντιες λεπτές, χρυσές, μεταλλικές ρίγες που πλαισίωναν το σχέδιο. Κυρίαρχο μοτίβο με πολλές παραλλαγές ήταν το «δέντρο της ζωής».

Από την Κωνσταντινούπολη έχουμε 4 δείγματα υφαντής πετσέτας από 2 οικογένειες διαφορετικών τάξεων. Οι πρώτες δύο πετσέτες, υφασμένες από λινό και βαμβάκι σε χρώμα άσπρο, ανήκουν στην οικογένεια του Γεωργίου Ζαρίφη, με καταγωγή από το Βόρι του Μαρμαρά, τραπεζίτη και οικονομικού σύμβουλου του σουλτάνου. Η μία είναι λινή και στο κεφαλάρι και φέρνει τα αρχικά Γ.Ζ. Η δεύτερη πετσέτα είναι βαμβακερή, ανήκει στην προίκα της νύφης του Φρόσως. Αν και έχουν φθαρεί από τον χρόνο και τη χρήση, παραμένουν δείγματα εκλεπτυσμένης τεχνοτροπίας.

Οι άλλες δύο πετσέτες είναι από τη συλλογή της αγαπημένης φίλης μου, Δέσποινας Παπουτσόγλου, ανήκουν στη γιαγιά της Δάφνη Μπουλουσιάδη, πιθανότατα υφασμένες πιθανότατα από την ίδια. Οι πρόγονοί της ήταν μαστιχοπαραγωγοί από τους Δαφνώνες της Χίου, η ίδια έζησε και πέθανε στην γειτονιά Ντουραμάν, στο Φανάρι. Στο σπίτι τους ονόμαζαν τις υφαντές πετσέτες «φαντό» και έλεγαν χαρακτηριστικά «να βάλουμε το φαντό», όταν έστρωναν τα χειμωνιάτικα στρωσίδια για τις γιορτές.

Συνέχεια

ΓΕΝΙΚΆΜνήμες από τον Γευστικό Πολιτισμό των Ρωμιών στην ΠόληΓΕΝΙΚΆΟ ΓΕΥΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ  ΓΕΝΙΚΆΤάματα, αναθήματα αφιερώματα